Τρεις παρεμβάσεις σχεδιάστηκαν και πραγματοποιήθηκαν στην αίθουσα όπου διεξάγεται η Δίκη των Τεμπών στη Λάρισα (Γαιόπολις) , ώστε να υπάρξουν καλύτερες συνθήκες κατά την επανάληψη της συνεδρίασης για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών την Τετάρτη (1/4).
Καταρχάς, γίνονται κάποιες μικρές παρεμβάσεις στη βασική αίθουσα, όπως αναφέρει η Βραδυνή της Κυριακής, ώστε με την αφαίρεση ορισμένων προστατευτικών να προστεθούν καθίσματα.
Δεύτερον, επανελέγχονται οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις που κατέρρευσαν αρκετές φορές την πρώτη μέρα, ενώ, τρίτον και βασικότερον, οι αστυνομικοίέχουν λάβει εντολές να μην αφήνουν τον οποιονδήποτε να περνά στη βασική αίθουσα του δικαστηρίου, η οποία προορίζεται κατά βάση για τους κατηγορούμενους και τους δικηγόρους των δύο πλευρών.
Σε αυτή την αίθουσα υπάρχουν 36 θέσεις κατηγορουμένων και 300 θέσεις καθήμενων, εκ των οποίων οι 250 θα είναι αποκλειστικά για συνηγόρους υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας, που δηλώθηκαν κατά την ανάκριση, (110 με έδρανα και οι υπόλοιπες με συνεδριακού τύπου καθίσματα με κινητό αναλόγιο), ενώ οι άλλες 50 θέσεις για συγγενείς.
Κατά την πρώτη συνεδρίαση όλοι ήθελαν να βρίσκονται στην κύρια αίθουσα, για να έχουν και άμεση επαφή με ό,τι συμβαίνει, με αποτέλεσμα να επικρατεί το αδιαχώρητο.
Έτσι, συγγενείς αλλά και επιζώντες βρίσκονταν ανάμεσα στους λιγοστούς κατηγορούμενους που έδωσαν το παρών, δικηγόροι κάθονταν αναγκαστικά στα εδώλια των κατηγορουμένων και πολλοί συγγενείς εξοβελίστηκαν στη δεύτερη αίθουσα στον προθάλαμο, όπου ναι μεν υπήρχαν δύο οθόνες και ηχεία, αλλά πολλές φορές δεν υπήρχε ήχος.
«Ελπίζω η λύση που θα δοθεί στο μεγάλο πρόβλημα της χωρητικότητας στη μεγάλη δίκη των Τεμπών δεν θα είναι ο αποκλεισμός των γονέων και συγγενών των θυμάτων προς χάριν της ταξιθεσίας. Αυτό είναι κάτι που δεν θα το ανεχτούμε», δηλώνει στη «Βραδυνή της Κυριακής» η Λαρισαία κ. Χρυσούλα Χλωρού, που έχασε την αδερφή της.
«Πριν από αρκετό καιρό είχα ζητήσει να δω την αίθουσα, γιατί περίμενα ότι δεν θα ήταν σύμφωνα με αυτά που θα χρειάζονταν για να γίνει αυτή δίκη. Μου το αρνήθηκαν όμως, και τώρα κατάλαβα το γιατί. Ήταν μια μεγάλη απογοήτευση για όλους μας αυτό που είδαμε την πρώτη μέρα», προσθέτει.
«Απογοήτευση»
«Η Δικαιοσύνη μάς απογοήτευσε», αναφέρει ο Νίκος Πλακιάς, συγγενής θυμάτων.
«Αν και ήμουν από εκείνους που έλεγαν ότι θα δω πρώτα τις ενέργειες της Δικαιοσύνης και ανάλογα μετά θα κρίνω, δυστυχώς, αυτά που αντικρίσαμε την πρώτη μέρα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Δικαιοσύνη εξακολουθεί να μας αντιμετωπίζει με ασέβεια.
Και όλο αυτό δεν ήταν μόνο ασέβεια προς εμάς που παρευρεθήκαμε εκεί, αλλά ασέβεια πρώτα απ’ όλα προς τους 57 νεκρούς. Και ρωτάω: όλο αυτό το διάστημα δεν είχαν τον απαιτούμενο χρόνο να ετοιμάσουν μια αίθουσα ανάλογη των περιστάσεων; Πήγε κάποιος δικαστής από την έδρα, κάποιος εισαγγελέας, να κάνει μια επιτόπια αυτοψία; Δεν μπορούσαν να κάνουν μια σειρά;
Δεν μπορούσαν να κάνουν έναν έλεγχο ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει; Στις θέσεις των συγγενών κάθονταν άνθρωποι άσχετοι με την υπόθεση, που ήθελαν απλώς να παρακολουθήσουν τη δίκη.
Την Τετάρτη περιμένουμε να δούμε την εξέλιξη, αν θα υπάρξει κάποια αλλαγή και, επιτέλους, η έδρα να πάρει την υπόθεση στα χέρια της. Δεν είναι απλώς παρατηρήτρια».
«Κοροϊδία»
Σε ανάλογο μήκος είναι και η κ. Ελένη Βασάρα, που έχασε στην τραγωδία τη μοναχοκόρη της Αγάπη Τσακλίδου (μια φοιτήτρια μόλις 23 ετών) και η οποία μιλώντας στη «Βραδυνή της Κυριακής», τονίζει:
«Στις 23 Μαρτίου, 3 χρόνια μετά το προδιαγεγραμμένο έγκλημα στα Τέμπη, βρεθήκαμε οι συγγενείς στη Λάρισα, για την έναρξη της κύριας δίκης.
Ωστόσο, αντιμετωπίσαμε άλλο ένα επεισόδιο κυβερνητικής κοροϊδίας και εμπαιγμού, καθώς βρεθήκαμε στοιβαγμένοι σε μία αίθουσα που οι περισσότεροι ήταν όρθιοι και σε συνθήκες που σε καμία περίπτωση δεν διασφάλιζαν τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης.
Είναι αδιανόητο εμείς οι συγγενείς, που δίνουμε εδώ και τρία χρόνια αγώνα για να αποκαλύψουμε τις αιτίες του εγκλήματος των Τεμπών, τους πραγματικούς ενόχους όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, και που απαιτούμε την παραδειγματική τιμωρία τους, να βρισκόμαστε άλλη μια φορά αντιμέτωποι με ένα εχθρικό κράτος.
Η κυβέρνηση γνώριζε πόσοι είναι οι παράγοντες της δίκης, γνώριζε και τις δυνατότητες και του χώρου που κατασκεύασε για να διεξαχθεί αυτή. Σε καμία περίπτωση αυτό δεν αποδίδεται σε προχειρότητα, αλλά υπάρχει στόχευση αποκλεισμού των συγγενών από τη διαδικασία.
Η προσπάθεια της συγκάλυψης συνεχίζεται, αλλά δεν θα περάσει, ζητούμε τώρα να αλλάξει ο χώρος και τώρα να γίνει η δίκη όπως επιβάλλεται».
Ο Άρειος Πάγος
Από την άλλη πλευρά, πάντως, είναι γεγονός ότι η πολυαναμενόμενη δίκη άρχισε μέσα σε κλίμα έντονης καχυποψίας προς τα μέλη του δικαστηρίου, καθώς οι δικαστικοί λειτουργοί δέχονταν προφορικά πυρά ένθεν κακείθεν.
Αυτό αναφέρεται και στην ανακοίνωση που εξέδωσε ο Άρειος Πάγος μετά την έναρξη της διαδικασίας, κάνοντας λόγο ακόμη και για κίνδυνο ζωής των δικαστών και των εισαγγελέων.
«Στη δίκη αυτή, δεν αρμόζουν φαινόμενα “αγανακτισμένων δήθεν πολιτών”, που ουδεμία σχέση έχουν με την υπόθεση, μη όντες διάδικοι, οι οποίοι απειλούν τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των δικαστών, ούτε κραυγές ορισμένων, ευτυχώς ελάχιστων, παραγόντων της δίκης, διατυπούμενες εκ των προτέρων, περί μη έναρξης και μη διενέργειας της δίκης, οι οποίοι πολέμησαν και παρεμπόδισαν με κάθε τρόπο την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας», επισημαίνει χαρακτηριστικά το Ανώτατο Δικαστήριο.
Με δηκτικό τρόπο μάλιστα, αναφέρει ότι ορισμένοι που επιθυμούν τάχα την έναρξη και τη συνέχιση της δίκης είναι οι ίδιοι που την κωλυσιεργούν, ενώ κρούει και τον κώδωνα του κινδύνου για παραγραφές αδικημάτων.
Θα γίνεται τεστ… συγγένειας
Με νέες εντάσεις αναμένεται να επαναληφθεί η διαδικασία την Τετάρτη.
Οι αστυνομικοί, σύμφωνα με τις πληροφορίες, έχουν λάβει εντολές να κάνουν αυστηρούς ελέγχους για την είσοδο στην κύρια αίθουσα, και έτσι πολλοί συγγενείς θα μείνουν εκτός, διότι ακόμη και για τις λιγοστές θέσεις που προορίζονται γι’ αυτούς θα πρέπει να γίνεται τεστ… συγγένειας αλλά και βαθμού συγγένειας, πράγμα αδύνατο.
Οι περισσότεροι, όπως φάνηκε και την πρώτη μέρα, επιθυμούν να παρακολουθούν την ακροαματική διαδικασία εκ του σύνεγγυς και να λαμβάνουν τον παλμό της δίκης, κάτι το οποίο είναι θεμιτό και λογικό.
Σύμφωνα, πάντως, με νομικούς, αλλά και την ανακοίνωση του Αρείου Πάγου, στις πολυπρόσωπες δίκες το πρώτο στάδιο της διαδικασίας είναι το πλέον δύσκολο οργανωτικά, γιατί απαιτεί για τη νομιμοποίηση των διαδίκων την παρουσία τους, με την αυτονόητη προϋπόθεση του σεβασμού της ποινικής διαδικασίας.
Αντίθετα, στη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, η οποία αποτελεί και το σημαντικότερο κομμάτι της δίκης, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, οι υποστηρίζοντες την κατηγορία μάρτυρες μπορούν να παραβρίσκονται στην αίθουσα μόνον κατά την εξέτασή τους ή μετά από αυτήν.
Εφόσον ξεπεραστεί το εμπόδιο της αίθουσας και γίνει η νομιμοποίηση των δικηγόρων, τότε αναμένεται και μια σειρά ενστάσεων εκ μέρους των δικηγόρων.
Έτσι, και με δεδομένο ότι το δικαστήριο δεν θα συνεδριάζει κάθε ημέρα, ο πρώτος μάρτυρας αναμένεται να ανέβει στο έδρανο μετά το Πάσχα.
«Πρόκειται για συνειδητό σχεδιασμό αποκλεισμού»
«Οι εικόνες συνωστισμού, οι δικηγόροι χωρίς έδρανα και η προσβολή της μνήμης των νεκρών μας μέσα στην ίδια τη δικαστική αίθουσα, δεν ήταν ένα “οργανωτικό λάθος”. Ήταν ένας συνειδητός σχεδιασμός αποκλεισμού», τονίζει σε ανακοίνωσή του ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων Τεμπών για την πρώτη μέρα της πολύκροτης δίκης για τη σιδηροδρομική τραγωδία.
Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπώναναφέρει:
«Τρία χρόνια μετά, η κυβέρνηση συνεχίζει τον εμπαιγμό και την κοροϊδία απέναντι σε όλους τους συγγενείς. Αυτό έδειξε η πρώτη μέρα διεξαγωγής της μεγάλης δίκης:
Οι εικόνες συνωστισμού, οι δικηγόροι χωρίς έδρανα και η προσβολή της μνήμης των νεκρών μας μέσα στην ίδια τη δικαστική αίθουσα, δεν ήταν ένα “οργανωτικό λάθος”. Ήταν ένας συνειδητός σχεδιασμός αποκλεισμού.
Η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της τρία χρόνια και όλα τα δεδομένα (αριθμός παραγόντων, δικηγόρων κατηγορουμένων, κ.λπ.) για να προετοιμάσει, να σχεδιάσει και να διαμορφώσει κατάλληλα κάποια αίθουσα για να φιλοξενήσει τη μεγάλη δίκη. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει ότι σκόπιμα απαξιώνεται η σημασία της δίκης.
Η όλη προετοιμασία έχει γίνει στο γόνατο. Δαπανήθηκαν 1.200.000 ευρώ για 250 καρέκλες “στοιβαγμένες”, με αποκλεισμένους το κοινό και τους δημοσιογράφους, αλλά και τους συνηγόρους των οικογενειών να κάθονται ακόμη και στο εδώλιο των κατηγορουμένων ή να παραμένουν όρθιοι. Αποκαλύπτεται ότι το κράτος επιχειρεί να διεξαγάγει ουσιαστικά μια δίκη κεκλεισμένων των θυρών, μακριά από τα μάτια της κοινωνίας. Απαιτούμε την άμεση αλλαγή του χώρου, ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπρεπής παρουσία όλων των συγγενών, των δικηγόρων μας και των ΜΜΕ. Η Δικαιοσύνη δεν χωράει σε “εκπτώσεις” και στενά δωμάτια.
Συνεχίζουμε τον αγώνα μας με όλο τον κόσμο που στις 28 Φεβρουαρίου έδειξε ότι δεν επιτρέπει να συγκαλυφθεί αυτό το έγκλημα και απαιτεί την καταδίκη των ενόχων όσο ψηλά και αν φτάνουν.
Που ήταν μαζί μας και τη Δευτέρα 23 Μαρτίου, αναδεικνύοντας ακόμα πιο πλατιά την απαράδεκτη μεθόδευση κράτους και κυβέρνησης. Το έγκλημα των Τεμπών δεν θα ξεχαστεί. Δεν θα συγκαλυφθεί! Συνεχίζουμε τη μάχη αποκάλυψης όλων των αιτιών και ενόχων για το έγκλημα! Για να μην υπάρξουν άλλα Τέμπη!».









































